πικράς Save LSJ Bailly 2024 Pape πικρ-άς, άδος, ἡ, = ἀνδρόσακες, Ps.-Dsc. 3.133. πικράς, άδος (ἡ) [ᾰδ] androsace, plante, Diosc. 3, 150. Étym. πικρός. πικράς, ἡ, bes. fem. zu πικρός, statt πικρά, Hesych., Diosc.