πικραντικός
πικραντικός, disposed to bitterness
πικρ-αντικός, ή, όν,
- disposed to bitterness. Adv. -κῶς, διατίθεσθαι S.E. M. 7.367.
πικραντικός, Bitterkeit erregend, bitter ; διατίθεμαι, ἀψινθίου τῇ γεύσει προσαχθέντος, Sext.Emp. adv.log. 1.367.