Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιλοποιητικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πικροχολία
πικρόχολος
πικρόω
πικρῶς
πικτίς
Πίκτονες
Πίκτωρ
πίλα
πιλάριον
Πιλάτος
Πιλᾶτος
πίλεος
πιλέω
πίλημα
πιλήσει
πιλῆσι
πίλησις
πιλητής
πιλητικός
πιλητός
πιλίδιον
πίλινος
πιλίον
πιλιπής
πιλίσκος
πιλλᾶτος
πίλναμαι
πιλνάω
πιλοειδής
πιλοποιέω
πιλοποιητικός
πιλοποιία
πιλοποιΐα
πιλοποιικός
πιλοποιϊκός
πιλοποιός
πιλός
πῖλος
πιλοφορέω
πιλοφορικός
πιλοφόρος
πιλόω
πιλώδης
Πίλωρος
πίλωσις
πιλωτάριος
πιλωτός
πιμελή
πιμελής
πιμελός
πιμελοσαρκοφάγος
πιμελόω
πιμελώδης
πιμεντάριος
πίμπλα
Πίμπλα
πιμπλάνομαι
πιμπλάνω
πιμπλάω
Πίμπλεια
πιμπλέω
…
πιλοποιητικός
Save
Pape
πιλοποιητικός
, [πῑ], ή, όν,
zum Filzmachen gehörig, geschickt
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}