πιλίσκος Save LSJ Bailly 2024 Pape πῑλίσκος, ὁ, Dim. of πῖλος, Dsc. 3.4. πιλίσκος, ου (ὁ) [πῑ] c. πιλίδιον, Diosc. 3, 4. πιλίσκος, [πῑ], ὁ, dim. von πῖλος (?).