πισσήρης
πισσήρης, of pitch (πίσσα)
πισσ-ήρης, ες,
- = foreg., κηκίς A. Ch. 268.
- 2 = πισσοκώνητος, Orac. ap. Ath. 12.524b.
πισσ·ήρης, ης, ες :
1 qui a l’aspect de la poix, Eschl. Ch. 268 ||
2 enduit de poix, Oracl. (Ath. 524a).
Étym. π. *ἄρω.
πισσήρης, ες, = πισσήεις, Aesch. Ch. 266 ; Ath. XII.524b.
πισσήρης
πισσ-ήρης, ες
*ἄρω
= πισσήεις, Aesch.