πισσοκωνίας Save LSJ Bailly 2024 πισσο-κωνίας Ἄρης,= πισσοκώνητος μόρος, Cratin. 364. πισσο·κωνίας, ου, adj. m. qui enduit de poix, ép. d’Arès, Crat. (Com. fr. 2, 228). Étym. π. κωνάω.