Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλουσιόψυχος
πλουσιόψυχος, generous
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλόκιμος
πλόκιον
πλόκιος
πλόκος
πλόμενος
πλομίζω
πλόμος
πλόος
πλός
πλουᾶται
πλουδοκέω
πλουθυγίεια
πλουμάκιον
πλουμαρικός
πλουμάριος
πλουμάρισις
πλουμᾶτος
πλουμίον
πλοῦς
πλουσιάζω
πλουσιακός
πλουσιάω
πλουσιόδωρος
πλουσιομαχέω
πλούσιον
πλουσιόρους
πλούσιος
πλουσιότης
πλουσιοϋφής
πλουσιόχειρ
πλουσιόψυχος
πλουσίως
πλουταγαθής
πλουτακαδήμεια
πλούταξ
Πλουτάρχειος
πλούταρχος
Πλούταρχος
Πλουτεύς
πλουτέω
Πλουτῆος
πλουτηρός
πλουτητέον
πλουτητέος
πλουτίζω
πλουτίνδην
Πλουτίς
πλουτισμός
πλουτιστήριος
πλουτιστής
πλουτογαθής
πλουτογηθής
πλουτοδότειρα
πλουτοδοτέω
πλουτοδοτήρ
πλουτοδότης
Πλουτοκλῆς
πλουτοκρατέομαι
πλουτοκρατέω
πλουτοκρατία
πλουτοποιός
…
πλουσιόψυχος
Save
πλουσιόψυχος, generous
LSJ
πλουσιό-ψῡχος, ον,
generous,
Heph.Astr.
1.1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}