Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποδηγητικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποδάνιπτρα
ποδάνιπτρον
ποδαπός
ποδαπῶς
Ποδάργη
ποδαργία
πόδαργος
Πόδαργος
ποδαρίζω
ποδάριον
ποδαρκέω
ποδάρκη
ποδαρκής
ποδάρκης
Ποδάρκης
πόδαυρος
ποδάων
ποδδατέομαι
ποδδέχομαι
ποδεῖον
ποδεκμαγεῖον
ποδεκμάγιον
ποδένδυτος
πόδεσσι
ποδεών
ποδηγεσία
ποδηγέστερος
ποδηγετέω
ποδηγέτης
ποδηγέω
ποδηγητικός
ποδηγία
ποδηγικός
ποδηγός
ποδηνεκής
ποδήνεμος
ποδήρης
ποδηροφορέω
Ποδῆς
ποδί
ποδία
ποδιάζειν
ποδιαῖος
ποδίζω
πόδικε
ποδικός
ποδίκρα
ποδίκροτος
πόδιον
ποδίς
ποδίσκος
ποδισμός
ποδιστήρ
ποδιστί
ποδίστρα
ποδογλυφεῖον
ποδοῖιν
ποδοῖϊν
ποδοκάκη
ποδοκάκκη
ποδοκεῖν
…
ποδηγητικός
Save
Pape
ποδηγητικός
, ή, όν,
zu Führen, Leiten gehörig, geschickt, VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}