Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποδοῖϊν
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποδηγετέω
ποδηγέτης
ποδηγέω
ποδηγητικός
ποδηγία
ποδηγικός
ποδηγός
ποδηνεκής
ποδήνεμος
ποδήρης
ποδηροφορέω
Ποδῆς
ποδί
ποδία
ποδιάζειν
ποδιαῖος
ποδίζω
πόδικε
ποδικός
ποδίκρα
ποδίκροτος
πόδιον
ποδίς
ποδίσκος
ποδισμός
ποδιστήρ
ποδιστί
ποδίστρα
ποδογλυφεῖον
ποδοῖιν
ποδοῖϊν
ποδοκάκη
ποδοκάκκη
ποδοκεῖν
ποδοκέφαλον
ποδοκοίλιον
ποδόκοιλον
ποδοκρουστία
ποδοκτυπέω
ποδοκτύπη
ποδόμακτρον
ποδομερής
ποδονιπτήρ
ποδόνιπτρον
ποδοπέδη
ποδορραγής
ποδορρώη
ποδορρώρη
ποδόρρωρος
ποδὸς ῥυτίς
ποδόστημα
ποδοστράβη
ποδοστρόφια
ποδόστροφον
ποδότης
ποδοτρόχαλος
ποδουχέω
ποδοφύλαξ
ποδοχέω
ποδοψέλιον
ποδόψηστρον
…
ποδοῖϊν
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ποδοῖϊν,
v.
πούς
.
ποδοῖϊν
ep. gen. dat. dual.
van
πούς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}