Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποδίς
ποδίς, shoe
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποδεῖον
ποδεκμαγεῖον
ποδεκμάγιον
ποδένδυτος
πόδεσσι
ποδεών
ποδηγεσία
ποδηγέστερος
ποδηγετέω
ποδηγέτης
ποδηγέω
ποδηγητικός
ποδηγία
ποδηγικός
ποδηγός
ποδηνεκής
ποδήνεμος
ποδήρης
ποδηροφορέω
Ποδῆς
ποδί
ποδία
ποδιάζειν
ποδιαῖος
ποδίζω
πόδικε
ποδικός
ποδίκρα
ποδίκροτος
πόδιον
ποδίς
ποδίσκος
ποδισμός
ποδιστήρ
ποδιστί
ποδίστρα
ποδογλυφεῖον
ποδοῖιν
ποδοῖϊν
ποδοκάκη
ποδοκάκκη
ποδοκεῖν
ποδοκέφαλον
ποδοκοίλιον
ποδόκοιλον
ποδοκρουστία
ποδοκτυπέω
ποδοκτύπη
ποδόμακτρον
ποδομερής
ποδονιπτήρ
ποδόνιπτρον
ποδοπέδη
ποδορραγής
ποδορρώη
ποδορρώρη
ποδόρρωρος
ποδὸς ῥυτίς
ποδόστημα
ποδοστράβη
ποδοστρόφια
…
ποδίς
Save
ποδίς, shoe
LSJ
ποδ-ίς, ίδος, ἡ,
a kind of
shoe.
in pl.,
Poll.
10.168.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}