ποιητοδιδάσκαλος
ποιητοδιδάσκαλος, poet’s master
ποιητο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,
- poetʼs master, EM 428.19.
ποιητοδιδάσκαλος, ὁ, Lehrmeister eines Dichters, EM. p. 428.19.
ποιητοδιδάσκαλος, poet’s master