ποικίλτρια Save ποικίλτρια, embroideress Bailly 2024 Pape ποικίλτρια, ας (ἡ) brodeuse, Str. 830. Étym. ποικίλλω. ποικίλτρια, ἡ, fem. zu ποικιλτής, bes. Stickerin, Strab. XVII.