ποίκιλσις
ποίκιλσις, variation
ποίκῐλ-σις, εως, ἡ,
- = ποικιλία, Pl. Lg. 747a (pl.).
ποίκιλσις, εως (ἡ) action de varier, de diversifier, Plat. Leg. 747a.
Étym. ποικίλλω.
ποίκιλσις, ἡ, = ποικιλία, Plat. Legg. V.747a.
ποίκιλσις, εως,
ποικίλλω
= ποικιλία, Plat.