ποικιλόχρως
ποικιλόχρως, of various colour
ποικῐλό-χρως, acc. -χροα,
- of various colour, Arist. Fr. 295.
ποικιλό·χρως, ωτος (ὁ, ἡ) c. le préc. Archim. Probl. 14.
Étym. π. χρώς.
ποικιλόχρως, ωτος, = ποικιλόχροος.