Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυσχεράς
πολυσχεράς, shingly
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πολύστρατος
πολύστρεβλος
πολύστρεπτος
πολυστρεφής
πολύστροβος
πολύστροιβος
πολυστρόφαλιγξ
πολυστροφάλιγξ
πολυστροφάς
πολυστροφία
πολυστροφίη
πολύστροφος
πολύστυλος
πολυσύγκρατος
πολυσύγκριτος
πολυσύλλαβος
πολυσύνδεσμος
πολυσύνδετος
πολυσύνθετος
πολυσφαγής
πολυσφαιρία
πολύσφακτος
πολύσφαλτος
πολυσφάραγος
πολύσφελμος
πολυσφόνδυλος
πολυσφράγιστος
πολύσφυκτος
πολυσχεδής
πολυσχεδία
πολυσχεράς
πολυσχημάτιστος
πολυσχήματος
πολύσχημος
πολυσχημοσύνη
πολυσχήμων
πολυσχιδής
πολυσχιδία
πολυσχιδίη
πολύσχιστος
πολύσχοινος
πολυσώματος
πολύσωρος
πολυτάλαντος
πολυτάρακτος
πολυτάραχος
πολυταρβής
πολυτειρής
πολυτεκνέω
πολυτεκνία
πολύτεκνος
πολυτέλεια
πολυτελέομαι
πολυτελεύομαι
πολυτελέω
πολυτεληΐη
πολυτελής
πολυτελῶς
πολυτενής
πολυτερπής
πολυτέχνης
…
πολυσχεράς
Save
πολυσχεράς, shingly
LSJ
πολυ-σχεράς, άδος, ἡ,
shingly,
Euph.
25.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}