πολυτάρακτος
πολυτάρακτος, much-disturbed
πολυ-τάρακτος [τᾰ], ον,
- much-disturbed, Ach.Tat. 1.13.
πολυ·τάρακτος, ος, ον [ῠτᾰ] tout troublé, A. Tat. 1, 13.
Étym. π. ταράσσω.
πολυτάρακτος, sehr beunruhigt, πολυτάρακτον βοῶν Ach.Tat. 1.13.