πολυτάραχος
πολυτάραχος, tumultuous
πολυ-τάρᾰχος [τᾰ], ον,
- tumultuous, Sch.D Il. 1.34, Hsch. s.v. πολυφλοίσβοιο, Erot. s.v. κιγκλισμός.
πολυτάραχος, viel Lärm oder Unruhe verursachend, unruhig, bei Schol. Nic. Erkl. von πολύστροβος.