πολυστρόφαλιγξ Save πολυστρόφαλιγξ, much-whirling LSJ πολυ-στρόφᾰλιγξ, ιγγος, ὁ, ἡ, much-whirling, ἄελλαι Musae. 294; ῥιπή Nonn. D. 23.263.