πολύσχημος
πολύ-σχημος, ον,
- = πολυσχήμων, χείρ Aristaenet. 1.26 (nisi leg. πολυσήμῳ).
πολύ·σχημος, ος, ον, c. le suiv. Aristén. 1, 26.
πολύσχημος, = πολυσχήμων, χείρ, Aristaen. 1.26.