πολύκαπνος
πολύκαπνος, with much smoke, smoky
πολύ-καπνος, ον,
- smoky, στέγος E. El. 1140.
πολύ·καπνος, ος, ον [ῠᾰ] rempli de fumée, Eur. El. 1140.
Étym. π. καπνός.
πολύκαπνος, von od. mit vielem Rauche, στέγος, Eur. El. 1140.
πολύκαπνος
πολύ-καπνος, ον,
- with much smoke, smoky, Eur.