πολυκάμμορος
πολυκάμμορος, very miserable
πολυ-κάμμορος, ον,
- very miserable, AP 9.151 (Antip.).
πολυ·κάμμορος, ος, ον [ῠ] tout à fait malheureux, Anth. 9, 151.
πολυκάμμορος, sehr unglücklich, Antip.Sid. 50 (IX.151).
πολυκάμμορος
πολῠ-κάμμορος, ον,
- very miserable, Anth.