πολυκάλαμος
πολυκάλαμος, of or with many stalks
πολυ-κάλᾰμος [κᾰ], ον,
- of or with many stalks, βρόμος Thphr. HP 8.9.2, cf. CP 4.11.3; σῦριγξ D.S. 3.58.
πολυ·κάλαμος, ος, ον [ῠᾰᾰ] à plusieurs tiges, Th. H.P. 8, 9, 2, etc. ; DS. 3, 58.
πολυκάλαμος, vielhalmig, σῦριγξ, DS. 3.58.