ποταμέλγω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell ποτᾰμέλγω, Dor. for προσαμέλγω (q. v.). ποτ·αμέλγω, v. προσαμέλγω. ποταμέλγω Dor. voor προσαμέλγω. ποταμέλγω, dor. statt προσαμέλγω, Theocr. 1.26. ποταμέλγω ποτ-ᾰμέλγω, fut. ποτ-αμέλξω Doric for προσαμέλγω, Theocr.