ποταγωγίς Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ποτ·αγωγίς, ίδος (ἡ) [ᾰ] dor. c. *προσαγωγίς, femme espion, Arstt. Pol. 5, 11. Étym. προσάγω. ποταγωγίς -ίδος, ἡ [~ προσαγωγεύς] Dor., verleidster (geheim agent). ποταγωγίς, ίδος, ἡ, Arist. Pol. 5.9.3, wo Schneider ποταγωγίδης vorzieht, = προσαγωγίς, προσαγωγίδης.