ποταινός Save LSJ Bailly 2024 Pape ποταινός, ή, όν, f.l. (ποτʼ αἰναί) for ποταναί in Epich. 61. ποταινός, ή, όν, c. le préc. dout. Epich. (Ath. 318e, 323f). ποταινός, = ποταίνιος, zw.