Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποτιβάζις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποτέρωσε
ποτευχά
ποτεχεῖ
ποτέχω
ποτή
πότῃ
πότημα
ποτηματοποιός
ποτῆμεν
ποτήμενα
ποτηνός
ποτήρ
ποτηρίδιον
ποτηριογλύπτης
ποτηριοκλέπτης
ποτήριον
ποτήριος
Ποτηριοφλύαρος
ποτηριοφόρος
ποτηροθήκη
ποτηροπλύτης
ποτής
πότης
ποτητός
ποτητύν
ποτθέμειν
ποτθέμεν
ποτί
ποτι
ποτιάπτω
ποτιβάζις
ποτιβαίνω
ποτιβάλλω
ποτιβλέπω
Ποτίδαια
Ποτιδαία
Ποτιδαιάτης
Ποτιδαιατικός
Ποτιδαιήτης
Ποτιδᾶν
Ποτιδανία
Ποτιδάων
ποτιδεγ
ποτιδέγμενος
ποτιδεῖν
ποτιδέρκομαι
ποτιδεύομαι
ποτιδέχομαι
ποτιδίδωμι
ποτίδοι
ποτιδόρπιος
ποτιειλέω
ποτιέρπω
ποτίζω
ποτίθει
ποτίθες
ποτιθύμια
ποτιθύμιος
ποτικάρδιος
ποτικαρτερέω
ποτικατάβλημα
…
ποτιβάζις
Save
Bailly 2024
ποτιβάζις
(
ἡ
) sorte de pain d’orge,
Dinon
(
Ath.
503
f
).
Étym.
mot persan
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}