προαλιώτης
προαλιώτης, president of ἁλία (A)
προᾱλιώτης, ου, Dor. -τας, α, ὁ,
- president of ἁλία (A), SIG 295.14 (Delph., iv B.C.) (nisi leg. π[ρὸ Ἰτ]αλιωτᾶν, cf. Rev.Arch. 21(1919).77).