προαιώνιος
προαιώνιος, before time
προαιώνιος, ον, (αἰών)
- before time, Procl. Inst. 107.
προ·αιώνιος, α, ον, qui a précédé tous les temps, Naz. 2, 424 ; 3, 332 Migne.
Étym. π. αἰών.
προαιώνιος, vor der Zeit, ewig, Greg.Naz.