Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκαταικίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκαταβάπτω
προκαταβλάπτω
προκατάβλημα
προκαταβολή
προκαταβρέχω
προκαταγγέλλω
προκατάγγελσις
προκαταγελάω
προκαταγέτης
προκαταγέτις
προκαταγιγνώσκω
προκατάγνυμαι
προκατάγνυμι
προκατάγνωσις
προκαταγνωστέον
προκατάγομαι
προκαταγράφω
προκατάγω
προκαταγωγή
προκαταγωνίζομαι
προκαταδέω
προκαταδικάζομαι
προκαταδικάζω
προκαταδουλόομαι
προκαταδουλόω
προκαταδύνω
προκαταδύω
προκαταθάπτω
προκαταθέω
προκαταθήγω
προκαταικίζω
προκαταιονάω
προκαταίρω
προκατακαίω
προκατάκειμαι
προκατακλάω
προκατακλίνω
προκατάκλισις
προκατακλύζω
προκατακνίζω
προκατακοιμίζω
προκατακόπτω
προκατακρίνω
προκαταλαγχάνω
προκαταλαμβάνω
προκαταλάμπω
προκαταλεαίνω
προκαταλέγομαι
προκαταλέγω
προκαταλείπω
προκαταλήγω
προκαταληκτικός
προκατάληξις
προκαταληπτέον
προκαταληπτικός
προκατάληψις
προκαταλλάσσομαι
προκαταλλάσσω
προκαταλύω
προκαταμαλάσσω
προκαταμαλάττω
…
προκαταικίζω
Save
Pape
προκαταικίζω
,
vorher schimpflich behandeln, beschimpfen
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}