Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκαταβλάπτω
προκαταβλάπτω, injure first
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκαθοσιόω
πρόκαιρος
προκαίω
προκακίζομαι
προκακόομαι
προκακοπαθέω
πρόκακος
προκακόω
προκαλέομαι
προκάλεσμα
προκαλέω
προκαλίζομαι
προκαλινδέομαι
προκαλινδέω
προκάλισμα
προκάλυμμα
προκαλύπτω
προκάλυψις
προκάμνω
προκάμπυλον
προκάμπυλος
προκάρδιον
προκάρηνος
προκαρόομαι
προκαρόω
προκάρπιον
προκάς
προκαταβαίνω
προκαταβάλλω
προκαταβάπτω
προκαταβλάπτω
προκατάβλημα
προκαταβολή
προκαταβρέχω
προκαταγγέλλω
προκατάγγελσις
προκαταγελάω
προκαταγέτης
προκαταγέτις
προκαταγιγνώσκω
προκατάγνυμαι
προκατάγνυμι
προκατάγνωσις
προκαταγνωστέον
προκατάγομαι
προκαταγράφω
προκατάγω
προκαταγωγή
προκαταγωνίζομαι
προκαταδέω
προκαταδικάζομαι
προκαταδικάζω
προκαταδουλόομαι
προκαταδουλόω
προκαταδύνω
προκαταδύω
προκαταθάπτω
προκαταθέω
προκαταθήγω
προκαταικίζω
προκαταιονάω
…
προκαταβλάπτω
Save
προκαταβλάπτω, injure first
LSJ
προκατα-βλάπτω,
injure first,
App.
Sam.
4.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}