προκαταγωνίζομαι
προκαταγωνίζομαι, overcome, defeat first
προκατᾰγωνίζομαι,
- overcome, defeat first, πᾶν τὸ ψεῦδος Hierocl. in CA 12 p.447 M.
προκαταγωνίζομαι, overcome, defeat first