Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκατοικέω
προκατοικέω, inhabit before
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκαταφορά
προκαταχέω
προκαταχράομαι
προκαταχρίω
προκαταχωρίζω
προκαταψάω
προκαταψύχω
πρόκατε
προκατεγγυάω
προκατεδοῦμαι
προκατέδω
προκατειλίσσω
προκατεισδύνω
προκατελίσσω
προκατελπίζω
προκατεπείγω
προκατεργάζομαι
προκατέρχομαι
προκατεσθίω
προκατεύχομαι
προκατέχω
προκατήγγειλα
προκατηγορέω
προκατηγορία
προκάτημαι
προκατηχέω
προκατήχησις
προκατίζω
προκατισχνόομαι
προκατοδύρομαι
προκατοικέω
προκατονομάζω
προκατοπτάομαι
προκατοπτεύω
προκατορθόω
προκατορρωδέω
προκατορυγμός
προκατόψομαι
πρόκαυσις
προκαυτεύω
πρόκειμαι
προκέλευθος
προκελευσματικός
προκελεύω
προκενεαγγέω
προκενόω
προκεντέω
προκέντημα
προκενωτέον
προκέφαλος
προκηδεύω
προκήδομαι
προκηραίνω
προκήρυγμα
προκηρυκεύομαι
προκῆρυξ
προκήρυξις
προκηρύσσω
προκηρύττω
προκιθάρισμα
προκιθώνιον
…
προκατοικέω
Save
προκατοικέω, inhabit before
LSJ
προκατ-οικέω,
inhabit before,
J.
AJ
1.6.1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}