Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκεντέω
προκεντέω, prick first
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκατεργάζομαι
προκατέρχομαι
προκατεσθίω
προκατεύχομαι
προκατέχω
προκατήγγειλα
προκατηγορέω
προκατηγορία
προκάτημαι
προκατηχέω
προκατήχησις
προκατίζω
προκατισχνόομαι
προκατοδύρομαι
προκατοικέω
προκατονομάζω
προκατοπτάομαι
προκατοπτεύω
προκατορθόω
προκατορρωδέω
προκατορυγμός
προκατόψομαι
πρόκαυσις
προκαυτεύω
πρόκειμαι
προκέλευθος
προκελευσματικός
προκελεύω
προκενεαγγέω
προκενόω
προκεντέω
προκέντημα
προκενωτέον
προκέφαλος
προκηδεύω
προκήδομαι
προκηραίνω
προκήρυγμα
προκηρυκεύομαι
προκῆρυξ
προκήρυξις
προκηρύσσω
προκηρύττω
προκιθάρισμα
προκιθώνιον
προκινδυνεύω
προκινέω
προκινησία
προκιόνιον
προκιρνάω
προκισηρίζω
προκιχράω
Πρόκλα
προκλαίω
πρόκλαστος
προκλάω
Προκλέης
προκλείω
προκλέπτομαι
προκλέπτω
προκληδί
…
προκεντέω
Save
προκεντέω, prick first
LSJ
προκεντ-έω,
prick first,
[
δέρμα
]
Archig.
ap.
Gal.
12.408.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}