προκατόψομαι Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell προκατ-όψομαι, v. προκαθοράω. προ·κατόψομαι, v. προκαθοράω. προκατόψομαι fut. med. van προκαθοράω. προκατόψομαι, s. προκαθοράω. προκατόψομαι fut. of προκαθοράω