Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκλέπτω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκενόω
προκεντέω
προκέντημα
προκενωτέον
προκέφαλος
προκηδεύω
προκήδομαι
προκηραίνω
προκήρυγμα
προκηρυκεύομαι
προκῆρυξ
προκήρυξις
προκηρύσσω
προκηρύττω
προκιθάρισμα
προκιθώνιον
προκινδυνεύω
προκινέω
προκινησία
προκιόνιον
προκιρνάω
προκισηρίζω
προκιχράω
Πρόκλα
προκλαίω
πρόκλαστος
προκλάω
Προκλέης
προκλείω
προκλέπτομαι
προκλέπτω
προκληδί
προκληδονίζομαι
προκλῃδονίζομαι
Προκλήϊος
πρόκληροι
προκληρονομέω
προκληρόω
Προκλῆς
προκλησία
πρόκλησις
προκλητέον
προκλητής
προκλητικός
πρόκλητος
προκλίνη
προκλίνω
προκλίτης
προκλιτικά
Πρόκλος
προκλύζω
πρόκλυτος
προκλύω
Πρόκνη
προκνήμιον
προκνημίς
προκνίς
πρόκνις
προκοθηλυμανής
προκοιλαίνω
προκοίλιος
…
προκλέπτω
Save
Pape
προκλέπτω
,
vorher heimlich wegnehmen, Schol. Soph. Ant
. 491.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}