προκώλυμα
προκώλυμα, bulwark against
προκώλῡμα, ατος, τό,
- bulwark against, τινος Hld. 9.17.
προ·κώλυμα, ατος (τὸ) [ῡ] obstacle, barrière, Hld. 9, 17.
Étym. π. κωλύω.
προκώλυμα, [ῡ], τό, Bollwerk zur Abwehr, Heliod. 9.17.