προμάντευμα
προμάντευμα, prediction
προμάντ-ευμα, ατος, τό,
- prediction, Ael. Fr. 329.
- 2 presentiment, Mich. in PN 77.10.
προμάντευμα, ατος (τὸ) présage, Anon. (Suid. vo τόνον).
Étym. προμαντεύω.
προμάντευμα, τό, Weissagung, Sp.