προμαλακύνω Save LSJ Bailly 2024 Pape προμᾰλακ-ύνω, = προμαλάσσω, Alex.Aphr. Pr. 1.119. προ·μαλακύνω [ᾰᾰῡ] amollir auparavant, A. Aphr. Probl. 1, 119. προμαλακύνω, = προμαλάσσω, Sp.