προμαντηΐη
προμαντηΐη, right of consulting an oracle
προμαντηΐη, v. προμαντεία.
προμαντηΐη, ἡ, ion. statt προμαντεία, Her.
προμαντηΐη, ἡ,
Ionic for προμαντεία.
προμαντηΐη, right of consulting an oracle