προμάθεια
προμάθεια, προμᾱθεύς, προμᾱθής, Dor. for προμηθ-.
προμάθεια, προμαθεύς, προμαθέστατος, v. προμήθεια, προμηθεύς, προμηθής.
προμᾱθεια
- 1foresight προμαθείας δʼ ἀπόκεινται ῥοαί (i. e. ἄποθεν ἡμῶν κεῖνται Σ.) N. 11.46 ὁ πονήσαις δὲ νόῳ καὶ προμάθειαν φέρει I. 1.40 ]λε προμάθεια Πα. 8A. 25.