προμηθία Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands προμηθ-ία, προμηθίη, v. προμήθεια. προμηθία, ας (ἡ) c. προμήθεια, Eschl. Suppl. 177 ; Soph. El. 990, etc. ; Eur. Hec. 795 ; Thc. 4, 62, etc. || ➳ Ion. -ίη, Hdt. 1, 88, etc. Étym. προμηθής. προμηθία -ας, ἡ, Ion. προμηθίη zie προμήθεια.