προμηθῶς Save Bailly 2024 προμηθῶς, adv. prudemment, Gal. 4, 411 || Cp. προμηθέστερον, Jos. B.J. 1, 19, 2 ; sup. προμηθέστατα, Hdn 3, 2, 7. Étym. προμηθής.