προσεδρία
προσεδρ-ία, v. προσεδρεία.
προσεδρία, ας (ἡ) assiduité, soins assidus, Eur. Or. 93 ; Lgn fr. 6, 2 ; au plur. Hiérocl. (Stob. Fl. 79, 53).
Étym. πρόσεδρος ; cf. προσεδρεία.
προσεδρία, ἡ, = προσεδρεία, Eur. Or. 93, 304.
προσεδρία, ἡ,
v. προσεδρεία.