προσεικής
προσεικής, somewhat like
προσεικής, ές,
- = προσείκελος, Nic. Th. 292.
- II = blandus, Gloss.
προσεικής, ής, ές, qui ressemble à, dat. Nic. Th. 292.
Étym. *προσείκω.
προσεικής, ές, = προσείκελος, Nic. Ther. 292.