About Report a problem

Menu

πρόσειμι

πρόσειμι, be there (in addition)

πρόσειμι2, approach

πρόσειμι (εἰμί sum),
  • to be added to, τινι Hdt. 2.99, 7.173, etc.; ἐὰν . . θερμότης τῷ δίψει προσῇ Pl. R. 437e; to be attached to, belong to, IG 1(2).290; ἀνδρὶ χρεὼν μνήμην προσεῖναι S. Aj. 521; δέος αἰσχύνη θʼ ὁμοῦ, δύσνοια ἢ λύπη π. τινί, ib. 1079, El. 654; οὐχ ἅπαντα τῷ γήρᾳ κακὰ π. E. Ph. 529, cf. Isoc. 12.115; δυσβουλία τῇ πόλει π. Ar. Nu. 588; τῇ βίᾳ π. ἔχθραι καὶ κίνδυνοι X. Mem. 1.2.10; καὶ τὰ προσόντα καὶ τὰ μὴ περὶ ἑκάστου λέγοντες proclaiming each manʼs virtues, whether he had them or not, Pl. Mx. 234c; τὰ προσόνθʼ ἑαυτῷ oneʼs own attributes, D. 18.276, cf. Prooem. 46: c. inf., πρόσεστι γυναιξὶ . . τίκτειν Pl. Tht. 150a.
      • 2 abs., to be present, at hand as well, τὰ δʼ αὖτε χέρσῳ . . προσῆν πλέον στύγος A. Ag. 558; ὡς ἂν ἀγνοία προσῇ S. Ph. 129; γνώμη γὰρ εἴ τις κἀπʼ ἐμοῦ . . π. Id. Ant. 720; τοῦ λόγου δʼ οὐ χρὴ φθόνον π. Id. Tr. 251; τύχη μόνον προσείη Ar. Av. 1315 (lyr.); π. ἡ ὕβρις καὶ ἔθʼ ἡ . . αἰσχύνη D. 1.27; οὐδʼ ὁτιοῦν ἄλλο προσῆν there was nothing else in the world, Id. 21.176; ταῦτα προσέσται this too will be ours, X. HG 3.1.28; τὰς τρισχιλίας καὶ τὸ προσόν and the surplus, D. 36.15.
      • 3 to be adjacent, εἰ πὸς τᾷ οἰκίᾳ μὴ πόεστι (i.e. πόσεστι = πρόσεστι) κᾶπος SIG 306.12 (Tegea, iv B.C.); τῆς προσούσης αὐλῆς PStrassb. 87.12 (ii B.C.).
πρόσειμι (εἶμι ibo), inf. -ιέναι, used in Att. as fut. of προσέρχομαι, and προσῄειν as impf.:—
  • go to or towards, approach, abs. in Hom. and Hes. in dat. and acc. of part., χάρη δʼ ἄρα οἱ προσιόντι Il. 5.682; ὡς εἶδον ζωὸν . . προσιόντα 7.308; πρόσιθι E. Or. 149 (lyr.); σχολαίτερον προσιόντας Th. 4.47 codd.; approach a person, Id. 1.130, cf. And. 1.122; of an enemy, βραδέως προσῇσαν X. An. 1.8.11, etc.; of an adversary at law, πρόσεισιν ἐκδικάσων BGU 361 iii 11 (ii A.D.), cf. POxy. 1101.15 (iv A.D.): c. dat. pers., approach one, Hdt. 1.62, etc.; apply to a person for help, PStrassb. 57.6 (ii A.D.), etc.; π. Σωκράτει visit him as teacher, X. Mem. 1.2.47; π. γυναικί go in to a woman, Id. Smp. 4.38 (so abs., Ocell. 4.1): c. acc. loci, δῶμα, δόμους, A. Eu. 242, E. Cyc. 40: with Preps. governing acc., εἰς . . S. El. 437, X. HG 7.5.15, etc.; πρὸς τὰς πύλας, πρὸς τὴν Λάχεσιν, Hdt. 8.52, Pl. R. 620d, etc.
      • 2 in hostile sense, attack, καὶ φιλέοντα φιλεϊν καὶ τῷ προσιόντι προσεῖναι Hes. Op. 353 (cf. Sch. Od. 1.406, Apollon. Lex. s.v. εἶναι), cf. X. Cyr. 2.4.12; τῇ πόλει Id. An. 7.6.24 (dub.); πρὸς τοὺς βαρβάρους Hdt. 9.100; ἐπὶ τὸ στράτευμα X. Cyr. 7.1.24.
      • 3 come over to the side of, in war, ἧσσόν τις ἐμοὶ πρόσεισι Th. 4.85, cf. 1.39.
      • 4 come forward to speak, π. τῷ δήμῳ X. Mem. 3.7.1; π. τῇ βουλῇ, τοῖς ἐφόροις, come before . ., D. 19.17, Plb. 4.34.5; π. πρὸς βουλὴν ἢ δῆμον X. Ath. 3.3; πρὸς τὰς ἀρχάς Th. 1.90; πρὸς τὰ κοινά Aeschin. 1.165; πρὸς τὴν πολιτείαν π. Id. 3.217 (but π. πολιτείᾳ Plu. Stoic.rep. 2.1033f): abs., come forward to speak, περὶ τῶν γεγενημένων And 1.111.
      • 5 of things, to be added, σάρκες ἐκ τῆς τροφῆς π. ταῖς σαρξί Arist. GA 723a11, cf. GC 322a26, al.; τῷ δʼ ἐναντίῳ κύτει ἐλπὶς προσῄει χειρὸς οὐ πληρουμένῳ A. Ag. 817.
    • II of Time, come on, be at hand, ἐπεὰν προσίῃ (v.l. προσῇ) ἡ ὥρη κυΐσκεσθαι τὰς ἵππους Hdt. 4.30, cf. 2.41; ἑσπέρα προσήει X. Cyr. 3.2.25; προσιόντος τοῦ θερμοῦ on the approach of heat, Pl. Phd. 103d; π. [τῶν ἀνέμων] X. Mem. 4.3.14.
    • III come in, of revenue, φόροι, ἑπτακόσια τάλαντα π., Hdt. 3.89, 91, cf. Th. 2.13, X. Vect. 4.1; τῶν τε ὄντων χρημάτων καὶ τῶν προσιόντων τοῖς θεοῖς IG 1(2).91.26; τὸν φόρον ἡμῖν ἀπὸ τῶν πόλεων . . προσιόντα Ar. V. 657; τὰ προσιόντα χρήματα the public revenue, Id. Ec. 712, Lys. 30.19; τὰ προσιόντα alone, Ar. V. 664; τὰ π. τῇ πόλει Lys. 21.13.

Saved

Recent