προφασιστέον
προφασιστέον, excuses must be made
προφᾰσ-ιστέον,
- excuses must be made, τῷ νέῳ ἐκ τῶν τοιούτων π. Arist. Rh.Al. 1437b7.
προφασιστέον [ᾰ] vb. de προφασίζομαι, Arstt. Rhet. Al. 30, 16.