προχύτης
προχύτης, an urn
προ-χύτης [ῠ], ου, ὁ,
- = πρόχοος, jug, pitcher, Ion Lyr. 2 [27 West], Alexand. Com. 4, Simaristus et Philet. ap. Ath. 11.496c.
προχύτης, ου (ὁ) [ῠ] c. πρόχοος, Ion (Ath. 463b) ; particul. urne pour libations, Eur. I.A. 955.
προχύτης, ὁ, = πρόχοος, Gießkanne ; Eur. El. 803, I.A. 1472 ; ἡμῖν δὲ κρητῆρʼ οἰνοχόοι θέραπες κιρνάντων προχύταισιν ἐν ἀργυρέοις, Ion bei Ath. XI.463b, wo früher προχόαις stand ; Ath. XI c. 94 sagt προχύτης εἶδος ἐκπώματος ; u. nach Philetas ἀγγεῖον ξύλινον, ἀφʼ οὗ τοὺς ἀγροίκους πίνειν.
προχύτης
προ-χύτης (ῠ), ου, ὁ,
= πρόχοος
- an urn for libations, Eur.