προώδων
προώδων, with prominent teeth
προώδων, = προόδους (q.v.), Phryn. PS p.101 B.
προώδων, = προόδους ; Phryn. in B.A. 58 erklärt ἡ προέχουσα εἰς τὸ ἔξω μέρος τοὺς ὀδόντας.
προώδων, with prominent teeth