Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προψαλάσσω
προψαλάσσω, assail
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρόχρησις
προχρησμῳδέω
προχρηστικός
προχριστέον
προχρίω
προχρονέω
πρόχρονος
προχυλόω
πρόχυμα
πρόχυσις
προχύται
προχυταῖος
Προχύτη
προχυτήριον
προχύτης
προχυτικός
προχύτιος
προχυτός
πρόχωλος
πρόχωμα
προχῶναι
προχωνεύω
προχώννυμι
προχωννύω
προχωρέω
προχώρημα
προχώρησις
προχωρητέον
προχωρητικός
πρόχωσις
προψαλάσσω
πρόψαλμα
προψελλίζω
προψηλαφάω
προψηλάφημα
προψηνίζω
προψηφίζομαι
προψηφίζω
προψιθυρίζω
προψυχρίζω
προψύχω
προῳδικός
προωδίνω
προῳδός
προώδων
προωθέω
προώλης
προωμοσία
προωνέομαι
προωνύμιον
προώνυμος
προώριος
προωρισμένως
πρόωρος
πρόωσις
προωσμός
προώστης
προωστικός
προωστικῶς
προωφελέω
πρόωφος
…
προψαλάσσω
Save
προψαλάσσω, assail
LSJ
προψᾰλάσσω,
assail,
S.
Ichn.
241 (lyr.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}