πρωΐκαρπος
πρωΐκαρπος, fruiting early
πρωΐκαρπ-ος, ον,
- fruiting early, Thphr. HP 1.14.3, CP 1.10.7.
πρωΐ·καρπος, ος, ον [ῐ] aux fruits précoces, Th. H.P. 1, 14, 3, etc.
Étym. πρωΐ, καρπός.
πρωΐκαρπος, frühzeitig Früchte tragend, Theophr.